Select Menu

Slider

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

My Place

ΚΟΣΜΟΣ

ΕΥΡΩΠΗ

ΒΑΛΚΑΝΙΑ

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

» » » » » » Η νέα αμερικανική κυβέρνηση, η Κίνα και η Ρωσία...
«
Next
Νεότερη ανάρτηση
»
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Οι ιδέες που εκφράζει ως τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την εξωτερική πολιτική θυμίζουν την επιτυχημένη «τριγωνική διπλωματία» του Χένρυ Κίσσινγκερ – ο οποίος ήταν μάλιστα ο πρώτος ειδικός διεθνούς πολιτικής που συμβουλεύτηκε ο εκλεγμένος Αμερικανός πρόεδρος.

Γράφει ο Δρόκαλος Φ. Σωτήριος

Η ερμηνεία της διεθνούς κατάστασης που κυριάρχησε στο εσωτερικό του λεγόμενου Beltway της Ουάσινγκτον κατά τις προεδρίες Κλίντον, Μπους και Ομπάμα παρά τις ενστάσεις κάποιων σημαντικότατων θεωρητικών των διεθνών σχέσεων, και την πραγματική εξέλιξη που στην πορεία των ετών την έθεσε υπό αμφισβήτηση, ήταν εκείνη ενός μονοπολικού κόσμου, όπου η ισχύς των ΗΠΑ ήταν τέτοια που τους επέτρεπε να αναπλάσουν τον κόσμο σύμφωνα με τις αξίες τους, θεμελιώνοντας για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία μια παγκόσμια ηγεμονία. 

Σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο η στάση που κρατήθηκε έναντι των δύο μεγαλύτερων μη δυτικών δυνάμεων, της Κίνας και της Ρωσίας, βασίστηκε στην έννοια του economic engagement, δηλαδή στην οικονομική προσέγγιση και συνεργασία που, όπως πιστευόταν, με το πέρασμα του χρόνου θα ευθυγράμμιζε τις δύο κοινωνίες με τις δυτικές, ενσωματώνοντάς τες πλήρως στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα που ελέγχεται καταρχάς από τις ΗΠΑ και δευτερευόντως από τη Δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία.

Οι θέσεις του Ντόναλντ Τραμπ αντιτίθενται σε αυτή την ερμηνεία και το όραμά της, προαναγγέλλοντας μια βαθιά επικείμενη αλλαγή προοπτικής στην αμερικανική υψηλή στρατηγική και την υιοθέτηση μιας πιο κλασσικής και ρεαλιστικής στάσης. Συγκεκριμένα, ο εκλεγμένος Αμερικανός πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές ότι απορρίπτει τη σύσταση μιας παγκόσμιας φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης ως στόχο εξωτερικής πολιτικής, και ότι θεωρεί την Κίνα ως αντίπαλο, ο οποίος πρέπει να αντιμετωπιστεί τόσο σε οικονομικό όσο και σε στρατηγικό επίπεδο. Στα σχέδια του Τραμπ βρίσκεται η επιθυμία να μην επαναληφθούν εκδημοκρατιστικές επεμβάσεις παρόμοιες με εκείνες σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Λιβύη, όπως και η ενδυνάμωση της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Ανάμεσα στις πρώτες του ενέργειες μετά την εκλογή ήταν η συνεννόηση με δύο από τις πιο ανήσυχες συμμαχικές χώρες, οι οποίες απειλούνται από την αυξανόμενη κινεζική ισχύ: μια συνάντηση με τον Ιάπωνα πρωθυπουργό Άμπε, και ένα τηλεφώνημα με την πρόεδρο της Ταϊβάν – 37 χρόνια μετά την τελευταία φορά που πρόεδρος των ΗΠΑ μίλησε απευθείας με έναν Ταϊβανέζο ηγέτη –, η οποία ακολουθήθηκε από οξείες δηλώσεις εναντίον της Κίνας.

Η τελευταία θορυβεί πράγματι όλο και περισσότερο στην Ανατολική Ασία, εντείνοντας την παρουσία της στη Νότια Σινική Θάλασσα και υιοθετώντας απειλητικές συμπεριφορές προς Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Φιλιππίνες, Βιετνάμ και άλλες χώρες, ενώ αυτές τις μέρες αντέδρασε στις κινήσεις του Τραμπ αιχμαλωτίζοντας ένα υποβρύχιο αμερικανικό drone. Στην πραγματικότητα βεβαίως η Κίνα αντιπροσωπεύει τη θεωρούμενη ως δυνητικά πιο επικίνδυνη χώρα για την αμερικανική κυριαρχία εδώ και αρκετά χρόνια για αντικειμενικούς λόγους, δηλαδή τον τεράστιο πληθυσμό της και την ιλιγγιώδη οικονομική της ανάπτυξη κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ήδη από την πρώτη θητεία του Μπαράκ Ομπάμα παρακολουθείται με ανησυχία η στρατιωτική της ισχυροποίηση, που μοιάζει να στοχεύει στην απώθηση του αμερικανικού ναυτικού ελέγχου από την περιοχή, με άλλα λόγια στην εκεί επιβολή της κινεζικής ηγεμονίας, και υπάρχουν ήδη έτοιμα σχέδια αποτροπής τέτοιου είδους επιχειρήσεων.

Η διαφορά είναι ότι η πολιτική των Ομπάμα και Κλίντον δεν μπορούσε παρά να παραμείνει πιστή στην άνευ όρων ελεύθερη μετακίνηση εμπορευμάτων που επιβάλλει η θεωρούμενη ως ορθοδοξία της νεοκλασσικής οικονομικής σχολής, ενώ ένας δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας σαν τον Τραμπ ευτυχώς δεν έχει διαφόρων ειδών εξαρτήσεις, και ούτως ή άλλως αντιμετωπίζει τα ζητήματα με πραγματιστικό και όχι ιδεολογικό πνεύμα. Δεν διστάζει επομένως να αποδεχτεί ότι η περαιτέρω ενδυνάμωση της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος της Κίνας εξαρτάται από την οικονομική της ανάπτυξη, που με τη σειρά της βασίζεται στις πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού του κινεζικού καθεστώτος και στη μαζική μετεγκατάσταση αμερικανικών βιομηχανιών στην Κίνα. Όταν μεταρρυθμιστεί η εμπορική πολιτική οι ΗΠΑ όχι μόνο θα μπορούσαν να ξαναβρούν τη βιομηχανική τους βάση, αλλά θα μπορέσει και να ανακοπεί η κινεζική οικονομική ανάπτυξη, και συνεπώς θα μειωθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα της ασιατικής χώρας να ενισχύει τις στρατιωτικές της δυνάμεις. Η τοποθέτηση του Πήτερ Ναβάρο, δηλαδή που πιο αντίθετου στο ελεύθερο εμπόριο με την Κίνα οικονομολόγου και συγγραφέα, στη θέση συμβούλου εκ μέρους του Τραμπ, είναι ενδεικτική για τις δραστικές προθέσεις του εκλεγμένου προέδρου.

Η κινεζική οικονομική ανάπτυξη δεν αποτελεί μόνο την αναγκαία προϋπόθεση για τη στρατιωτική ισχυροποίηση του ασιατικού δράκου, αλλά είναι θεμελιώδης και για τον ρωσικό επεκτατισμό, ο οποίος δεν έχει καμία δυνατότητα να αναπτυχθεί σε βάρος της Δύσης μακροπρόθεσμα, χωρίς τη στενή συνεργασία με μια ανθηρή Κίνα. Πράγματι η Ρωσία, οικονομικά αδύναμη και δημογραφικά παρακμάζουσα, μόνη της θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει μόνο μια βραχυπρόθεσμη απειλή για την Ευρώπη, εξαιτίας της στρατιωτικής ανωτερότητας που έχει κληρονομήσει σε μεγάλο βαθμό από την ΕΣΣΔ, και η οποία οφείλεται επίσης στην αποστρατιωτικοποίηση της Ευρώπης κατά τα τελευταία χρόνια. Πέραν αυτού το ιταλικό ΑΕΠ από μόνο του είναι 1,5 φορά μεγαλύτερο από το ρωσικό, ενώ το συνολικό ΑΕΠ Γερμανίας, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας είναι παρόμοιο με το κινεζικό και πάνω από 8 φορές μεγαλύτερο από εκείνο της Ρωσίας (πάνω από 14 φορές μεγαλύτερό του είναι επίσης το αμερικανικό). Την ίδια στιγμή ο πληθυσμός των τεσσάρων μεγάλων της Ευρώπης είναι σχεδόν διπλάσιος από τον ρωσικό, και φυσικά η διαφορά μεγαλώνει αισθητά αν κανείς αναλογιστεί το συνολικό ΑΕΠ και τον συνολικό πληθυσμό ολόκληρης της ΕΕ. Συνυπολογιζόμενου του γεγονότος πως το καθεστώς Πούτιν έχει αποδειχτεί ακόμα πιο ανίκανο από το παλιό κομμουνιστικό σύστημα να ευνοήσει την παραγωγική ανάπτυξη της Ρωσίας, είναι βέβαιο ότι με μια αύξηση της στρατιωτικής δαπάνης των ευρωπαϊκών χωρών, πιθανόν μόνο ως το 2% του ΑΕΠ που εκείνες θα ήταν υποχρεωμένες να τηρούν ως μέλη του ΝΑΤΟ – όπως σωστά θυμίζει ο Τραμπ –, η ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη θα μπορούσε να γίνει τέτοια που να αποκλείει κάθε ρωσικό κίνδυνο, ακόμα και χωρίς ανάγκη ενεργούς αμερικανικής επέμβασης.

Ο προφανής λόγος για μια συμφωνία με τη Ρωσία από την πλευρά των ΗΠΑ είναι η απελευθέρωση δυνάμεων χρήσιμων για τη συγκράτηση της Κίνας, ή επιπλέον η συνεργασία με τους Ρώσους για αυτόν τον σκοπό, όπως και για εκείνον της εξάλειψης του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Από την άλλη πλευρά μια προσέγγιση αυτού του είδους, διαφορετικά από ότι πολλοί υποστηρίζουν ή φοβούνται, νομίζω ότι συνιστά τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης του ρωσικού ζητήματος, για τους εξής λόγους: η λογική των τωρινών οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας και της προηγούμενης εξάπλωσης του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε χώρες που ανήκαν στην πρώην ΕΣΣΔ, αποτελούσε τμήμα της υψηλής στρατηγικής που θεωρούσε εφικτή την κατασκευή μιας σταθερής φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης, στην οποία η ίδια η Ρωσία τελικά θα εισερχόταν. Η Ρωσία γινόταν αντιληπτή όχι ως αντίπαλος αλλά ως δυνητικός παρτενέρ ή ως υπήκοος όχι απόλυτα πειθαρχημένος. Αυτή η στάση ήταν ίσως υποτιμητική όμως στην πράξη ευνόησε την ανάπτυξη της ρωσικής επιρροής, αφήνοντας ακαθόριστα τα όρια δράσης, ή, αν προτιμάμε, τις σφαίρες επιρροής του μεταψυχροπολεμικού κόσμου, προσφέροντας την ίδια στιγμή πολιτικά και προπαγανδιστικά επιχειρήματα και δικαιολογίες στο αντιδημοκρατικό ρωσικό καθεστώς και στους υποστηρικτές του. Αντίθετα μια συμφωνία στη λογική της κλασσικής πολιτικής ισχύος, που σε ηθικό επίπεδο θα συνιστούσε μια σεβαστική ή και φιλική προσέγγιση, πρακτικά θα δημιουργούσε μια πολύ πιο άτεγκτη και αυστηρή κατάσταση, με μειωμένα όρια δράσης για το Κρεμλίνο. Το γεγονός δε πως το τελευταίο υποστήριξε τον Τραμπ, και πιθανόν προσπάθησε ακόμα και να επηρεάσει την αμερικανική κοινή γνώμη προς όφελός του, θα έλεγα ότι μπορεί να σημαίνει εναλλακτικά δύο πράγματα: είτε ότι το ρωσικό καθεστώς στοχεύει, τουλάχιστον για την ώρα, απλώς να επανακτήσει status μεγάλης δύναμης επισήμως ισότιμης με τις ΗΠΑ χωρίς να έχει περαιτέρω φιλοδοξίες, ή ότι εκείνο είναι σημαντικά λιγότερο ευφυές και οξυδερκές απ'ότι κάποιοι από εμάς φοβόμασταν.

Για τον ωμό αλλά ατροφικό ρωσικό ιμπεριαλισμό η προηγούμενη αμερικανική πολιτική ήταν πολύ πιο ευνοϊκή, γιατί δεν συγκέντρωνε τις προσπάθειες και την προσοχή των ΗΠΑ σε συγκεκριμένους στόχους αλλά διασπάθιζε δυνάμεις και ενέργεια κυνηγώντας μαξιμαλιστικούς σκοπούς σε διαφορετικά θέατρα, χάιδευε την Ευρώπη ευνοώντας την ανευθυνότητα και τις ειρηνιστικές αυταπάτες των Ευρωπαίων, και κυρίως προωθούσε την κρίσιμη ισχυροποίηση της Κίνας. Αντίθετα η πολιτική Τραμπ, όπως εμφανίζεται μέχρι τώρα, θα μπορούσε να ωθήσει την Ευρώπη να εξοπλιστεί και να αναλάβει έναν πιο ενεργητικό και υπεύθυνο ρόλο, θα αφοσιωθεί στην ανάσχεση της Κίνας, θέτοντας ως πρωταρχικό στόχο την ανόρθωση της αμερικανικής βιομηχανικής βάσης, και θα τακτοποιήσει τις σχέσεις με τη Ρωσία, εμποδίζοντας τον σχηματισμό μιας συμπαγούς αντιδυτικής συμμαχίας και αίροντας τη δικαιολόγηση των εύκολων αντιαμερικανικών και αντιδυτικών επιχειρημάτων.  


Συμπερασματικά, πιστεύω ότι οι ιδέες που εκφράζει ως τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την εξωτερική πολιτική θυμίζουν την επιτυχημένη «τριγωνική διπλωματία» του Χένρυ Κίσσινγκερ – ο οποίος ήταν μάλιστα ο πρώτος ειδικός διεθνούς πολιτικής που συμβουλεύτηκε ο εκλεγμένος Αμερικανός πρόεδρος.

Δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιταλική γλώσσα από την ιστοσελίδα Gli Immoderati, στις 29 Δεκεμβρίου 2016


Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου

«
Next
Νεότερη ανάρτηση
»
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια

Σχολιάστε...

Μπορείτε να γράψετε και να σχολιάσετε τα πάντα, αλλά αν το κείμενο σας περιέχει υβριστικούς χαρακτηρισμούς σας ενημερώνουμε ότι δεν θα δημοσιεύεται. Σε περίπτωση καθυστέρησης δημοσίευσης των σχολίων ζητούμε συγνώμη και παρακαλούμε να μην βγάζετε αυθαίρετα συμπεράσματα. Με σεβασμό και εκτίμηση η διαχείριση του ιστολογίου